Σαν παραμύθι

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ
Στις 9.10 το πρωί προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο Δημόκριτος της Αλεξανδρούπολης και αφού πήραν τις αποσκευές τους , μέσα σε πέντε λεπτά το ταξί τους είχε αποβιβάσει στο κέντρο της πόλης , που ξυπνούσε εκείνη την ώρα. Αφού πρώτα έκαναν μία βόλτα και πήραν τις κυριακάτικες εφημερίδες με τις πλούσιες προσφορές σε cd, dvd και βιβλία επιβιβάστηκαν στο ιπτάμενο δελφίνι με τ’ όνομα Κάβειρος που θα τους μετέφερε στην Σαμοθράκη. Οι Κάβειροι ήταν θεότητες της βλάστησης και της αναπαραγωγής φρυγικής προέλευσης που λατρεύονταν σ’ αρκετές περιοχές της κυρίας Ελλάδας και των νησιών του Αιγαίου κατά την αρχαιότητα. Η ετυμολογία της ονομασίας τους συνδέτεαι με την φοινικική λέξη qabirim που σημαίνει «μεγάλος», «δυνατός. Μέσα στο δελφίνι δούλευε φουλ το air – condition και ήταν πολύ δροσερά σ’ αντίθεση με τον μίνι καύσωνα που έκανε έξω. Έκατσαν μπροστά δεξιά. Την αγκάλιασε με τρυφερότητα και αγάπη και αυτή ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. Μία ώρα αργότερα έφτασαν στο λιμάνι της Καμαριώτισσας. Πήραν ταξί και σε 10 λεπτά βρίσκονταν στο ξενοδοχείο τους στην Παλαιόπολη, αφού πρώτα έκανε μία μικρή στάση στο γραφικό εκκλησάκι της Αγ. Παρασκευής, 500μ. μπροστά από τον αρχαιολογικό χώρο για ν’ αφήσουν δύο άντρες που είχαν έρθει από Αλεξανδρούπολη για να παραβρεθούν σε κάποια βαφτίσια. Το δωμάτιο όμως δεν ήταν έτοιμο οπότε άλλαξαν σε ένα δωμάτιο του προσωπικού φορώντας τα μαγιό τους και αφήνοντας τις βαλίτσες τους εκεί και παίρνοντας μόνο τα απαραίτητα, λεφτά, κινητά, πετσέτες, κατέβηκαν να πάρουν το λεωφορείο του Δήμου για να πάνε στους καταρράκτες του φονιά. Η Σαμοθράκη έχει σχήμα ελλειψοειδές και το μεγαλύτερο μέρος της είναι ορεινό και καλύπτεται από το όρος Σάος ή Φεγγάρι απ’ όπου σύμφωνα με τον Όμηρο ο Ποσειδώνας παρακολουθούσε τον Τρωικό Πόλεμο. Το μικρό λεωφορείο φάνηκε και κάνοντας σήμα με το χέρι το σταμάτησαν. Μέσα συνταξίδευαν καθιστοί και όρθιοι, ξένοι και Έλληνες τουρίστες δημιουργώντας μία εικόνα που θύμιζε Ελλάδα δεκαετίας του 60. Αφού πέρασαν από τα Θερμά με τις ενδείξεις ηφαιστειότητας με την μορφή θερμών πηγών όπου λειτουργεί υδροθεραπευτήριο και το οργανωμένο Δημοτικό κάμπινγκ .στην ομώνυμη παραλία , έφτασαν στο ποτάμι του φονιά. Περπάτησαν για κανά μισάωρο κατά μήκος του ποταμού μέσα σε τοπίο άγριας βλάστησης και έφτασαν στον πρώτο καταρράκτη. Ξεθεωμένοι, ζεσταμένοι και καταϊδρωμένοι έβγαλαν τα ρούχα τους και έπεσαν στην δροσερή βάθρα, μία ανεπανάληπτη εμπειρία. Στην αρχή φοβούνταν να μπουν. Νόμιζαν ότι θα πέθαιναν από καρδιά λόγω των αρκετά παγωμένων νερών. Στην συνέχεια όμως και καθώς το σώμα τους συνήθιζε την θερμοκρασία δεν ήθελαν να βγουν. Θα ήθελαν να είχαν την δυνατότητα να κολυμπούσαν εκεί κάθε μέρα όλη μέρα. Δεν φαινόταν ο καταρράκτης. Έπρεπε να κολυμπήσεις λίγο προς το βάθος για να δεις να προβάλλει στ’ αριστερά και να θαυμάσεις το μεγαλείο του. Κάποιοι πιο τολμηροί κολυμπούσαν και έμπαιναν από κάτω του αφήνοντας το δροσερό νερό να χτυπάει με δύναμη τα κεφάλια και τα σώματα τους και κάνοντας έτσι ένα είδος φυσικού υδρομασάζ. Ενώ η Εύα κολυμπούσε ακόμα ο Κώστας βγήκε έβαλε τα παπούτσια του και σκαρφάλωσε λίγο προς τον δεύτερο καταρράκτη όπου όπως λένε πληροφορίες εκεί κολυμπούν γυμνοί – ώστε να βρει ένα σημείο να τραβήξει από ψηλά φωτογραφία την κοπέλα του αλλά και να κινηματογραφήσει τον εκπληκτικό καταρράκτη. Η ώρα όμως πέρασε και έπρεπε να φύγουν. Γυμνοί από την μέση και πάνω περπάτησαν κατά μήκος του ποταμού και έφτασαν στην έξοδο σταματώντας για φωτογραφίες – ήταν τέλεια αυτή με το βατραχάκι που είχε λίγο έξω το κεφάλι του έξω από το νερό και το υπόλοιπο μέσα για να δροσίζεται – αλλά και να ρίχνουν νερό πάνω στα σώματα τους. Δίπλα ήταν μία ταβέρνα η Γέφυρα του Φονιά που τους καλούσε όπως οι σειρήνες τον Οδυσσέα αφού πεινούσαν, διψούσαν και ήταν κουρασμένοι από την ανάβαση – κατάβαση αλλά και το μπάνιο. Παρήγγειλαν πανσέτες, χωριάτικη, πατάτες και σαγανάκι. Τα τραπέζια ήταν ξύλινα από κορμούς δέντρων όπως και τα καθίσματα. Έπαιζε έθνικ χαλαρωτική μουσική ενώ οι σερβιτόροι είχαν ράστα μαλλιά. Αφού ‘’έγλειψαν και τα πιάτα’’ και ξεκουράστηκαν κάτω από την ‘’παχιά’’ σκιά των πλατάνων έφυγαν για να πάρουν το λεωφορείο για την επιστροφή που όπως τους είπε ο σερβιτόρος θα περνούσε σε λίγο. Όμως η μουσική δεν άρεσε σε όλους τόσο πολύ καθώς φεύγοντας άκουσαν έναν κύριο που έτρωγε μαζί με την γυναίκα και τα δύο παιδιά του να λέει ‘’Έχω .ζουρλαθεί. Δεν μπορώ άλλο αυτό το πράγμα. Χάθηκε ο κόσμος να βάλουν κανένα λαϊκό κομμάτι;’’ Ξεχνώντας μάλλον ότι βρίσκεται στο νησί των νέων με την κάπως επαναστατική διάθεση από τα συνηθισμένα όπως και η Ικαρία. Καθώς περίμεναν το λεωφορείο 3 νεαρές Αγγλίδες δίπλα – που είχαν τα φαγητά τους- τυρί, ψωμί, ντομάτες, νερό – σε ένα σακίδιο πλάτης και έφτιαχναν σάντουιτς για να σκοτώσουν την πείνα τους – τους ρώτησαν στα ελληνικά αν γνώριζαν τι ώρα θα περνούσε το λεωφορείο για το ανατολικό κομμάτι του νησιού. ‘’Βρε αγάπη μου πως γνωρίζουν τόσο καλά ελληνικά;’’ Ρώτησε ο Κώστας την Εύα ‘’Σε αρκετά σχολεία της Ευρώπης διδάσκονται αρχαία Ελληνικά μωρό μου’’ του απάντησε εκείνη και τον άρπαξε στην αγκαλιά της δίνοντας του ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα και δαγκώνοντας του τα χείλη. Το λεωφορείο πέρασε, μπήκαν και κάθισαν αφού ήταν μισοάδειο. Γέμισε όμως στο κάμπινγκ αλλά και στις ιαματικές πηγές στα Θερμά. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά και καθώς έτρεχε το λεωφορείο έμπαινε δροσερός αέρας. Στην στάση έξω από το κάμπινγκ μπήκαν μία δασκάλα με καμιά δεκαριά κορίτσια γυμνασίου από την γειτονική Βουλγαρία. Είχαν έρθει για διακοπές στην Σαμοθράκη στα πλαίσια συνεργασίας του Νομού Έβρου με τους γειτονικούς νομούς της Βουλγαρίας και της Τουρκίας. Τα κοριτσάκια ακολουθούσαν τους ρυθμούς των Ελληνικών λαικών-πόπ τραγουδιών που ακούγονταν από τα ηχεία του λεωφορείου λικνίζοντας τους ώμους τους. Λίγο αργότερα έφτασαν στην Παλαιόπολη , στο ξενοδοχείο. Δεν πήγαν όμως αμέσως. Κατέβηκαν στην παραλία για ένα δροσερό μπάνιο στα πεντακάθαρα κρυστάλλινα νερά. Τους δυσκόλεψαν όμως λίγο τα γιγαντιαία βότσαλα μέσα και έξω από την θάλασσα. Αφού έκαναν ηλιοθεραπεία, μπάνιο και απόλαυσαν τον ήλιο που χανόταν πέρα στα βουνά της Ξάνθης σηκώθηκαν να φύγουν. Τότε όμως ο Κωνσταντίνος είδε ένα λευκό ξύλο που είχε ξεβραστεί από την θάλασσα μάλλον τον προηγούμενο χειμώνα αφού πρώτα το είχε κάνει λείο όπως το άγγιγμα μιας γυναίκας. Το έστησε σαν κατάρτι μέσα στα βότσαλα και πάνω του έβαλε ένα κομμάτι δίχτυ που βρισκόταν και αυτό παρά πέρα. Ήταν ένα ‘’έργο τέχνης’’ φτιαγμένο με απορρίμματα της θάλασσας. Αφού τελείωσε το φωτογράφισε με φόντο την θάλασσα και τον μωβ ουρανό. Είχε μόλις αγοράσει την ψηφιακή μηχανή του και του άρεσε να φωτογραφίζει συνέχεια. Αν πάλι δεν του άρεσε , η τεχνολογία του έδινε την δυνατότητα να την διαγράφει και να την ξανατραβάει με το πάτημα ενός κουμπιού. Αφηρημένος όμως από το έργο τέχνης του και την φωτογράφηση ξέχασε ότι είχε αφήσει τα γυαλιά ηλίου του κάτω και τα πάτησε. Έφυγε το δεξί γυαλί αλλά ευτυχώς δεν είχε σπάσει. Θα το πήγαινε σε ένα μαγαζί με οπτικά και θα το έφτιαχνε. Μία βιδούλα και ένα βίδωμα χρειάζονταν μόνο. Θα στεναχωριόταν πολύ αν χαλούσαν εντελώς. Του τα είχε κάνει δώρο το Λιτσάκι 3 χρόνια πριν. Μία κοπέλα που τα είχαν δύο χρόνια αλλά λάθη δικά του κυρίως τους είχαν οδηγήσει στον χωρισμό. Φυλούσε τα γυαλιά που του είχε χαρίσει σαν κειμήλιο. Ήταν ένα δώρο που του είχε κάνει μία γυναίκα που αγάπησε και θα αγαπούσε άσχετα με τον χωρισμό και τις νέες πορείες τους στην ζωή. Περίεργο πράγμα η αγάπη. Αγαπάς κάποιον άνθρωπο πολύ γιατί σ’ αρέσει, γιατί τον θαυμάζεις γιατί περνάς ωραία μαζί του και κάποια στιγμή είτε από λάθη είτε επειδή τα φέρνει έτσι η ζωή δεν είστε μαζί. Πονάς, κλαις αλλά κάποια στιγμή αργά ή γρήγορα και με την βοήθεια της ύπαρξης στην ζωή του νέου σου συντρόφου τον ξεχνάς κάπως. Ζηλεύεις που είναι με άλλον ενώ εύχεσαι να του τα φέρνει πάντα ευνοϊκά ο θεός. Το ίδιο και αυτός. Στεναχωριέσαι που δεν μιλάτε και δεν βλέπεστε καθόλου πια ενώ αν βλεπόσασταν θα σε έκαιγε η σκέψη ότι είναι με άλλον. Ζήλια και αγάπη συνυπάρχουν μέσα σου. Το σίγουρο πάντως είναι ένα. Μία αγάπη δεν τελειώνει μ’ ένα χωρισμό όπως λέει και το τραγούδι. Αφού και η Εύα τον διαβεβαίωσε ότι τα γυαλιά φτιάχνονταν πήγαν στο ξενοδοχείο για ντους. Η ώρα ήταν 20:00 όμως τα πιτσιρίκια πλατσούριζαν ακόμα στην πισίνα. Έκαναν ντους και στην συνέχεια πήγαν στην καφετέρια της πισίνας για να πιούν ένα ποτό απολαμβάνοντας το βραδινό δροσερό αεράκι του νησιού, την χαλαρότητα των διακοπών και το σιντριβάνι στην μέση της πισίνας. Μετά από μια ώρα, χαλαρωμένοι από το ποτό αλλά και κουρασμένοι από το πρωινό ξύπνημα αλλά και την γεμάτη ημέρα πήγαν για ύπνο αφήνοντας το πατζούρι ανοιχτό-κάτι που σε λίγες μόνο περιοχές της Ελλάδας μπορείς να το κάνεις πια με ασφάλεια- για να τους δροσίζει το αεράκι όταν κοιμούνται . Το πρωί την ξύπνησε με χάδια, φιλιά και κάνοντας της έρωτα. Στην συνέχεια επισκέφτηκαν το επιβλητικό ιερό των Μεγάλων Θεών. Ήταν ένα διεθνές ιερό όπως η Ολυμπία και η Δωδώνη όπου τιμούνταν η Μεγάλη Μήτηρ (Δήμητρα), οι Διόσκουροι (Κάβειροι) και οι Θεοί του κάτω Κόσμου ( Άδης και Περσεφόνη). Τα Καβείρια μυστήρια είχαν δύο βαθμούς μύησης στα οποία μπορούσε να μυηθεί οποιοσδήποτε ανεξαρτήτως φύλου, καταγωγής ή τάξης. Πιστευόταν ότι χάριζαν καλοζωία, ηθική βελτίωση, ευτυχισμένη μεταθανάτιο ζωή. Τελούνταν τέλη Ιουλίου κατά τη διάρκεια της νύχτας όπου ντυμένοι στα λευκά και με λυχνάρια στα χέρια ακολουθούσαν πομπή από βωμό σε βωμό με θυσίες, σπονδές, προσευχές και αναθήματα ενώ παιζόταν και ένα Ιερό Δράμα με θέμα την αποπλάνηση της Περσεφόνης από τον Άδη. Το ιερό είχαν επισκεφτεί ο Ηρόδοτος, ο Λύσανδρος, ο Φίλιππος όπου εκεί γνώρισε την Ολυμπιάδα , η Αρσινόη, ο Πτολεμαίος ο Β΄ και ο Φίλιππος ο Ε΄. Αρχαιολογικά ευρήματα από τον χώρο κοσμούν τον Λούβρο, το μουσείο της Κωνσταντινούπολης και το Μουσείο Ιστορία Τέχνης της Βιέννης με γνωστότερο πρεσβευτή την Νίκη της Σαμοθράκης, ύψους 3,28 από Παριανό μάρμαρο, που βρισκόταν πάνω σε βάθρο σχήματος πλώρης, έργο του Ρόδιου Πυθόκριτου και ανάθημα του Δημητρίου του Πολιορκητή , που το 1863 ο πρόξενος της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Σαμπουαζώ βρήκε και έστειλε κατευθείαν στην Γαλλία.
Αφού θαύμασαν το μεγαλοπρεπές ιερό, το κυκλικό αρσινόειο αλλά και το δώριο, το πτολεμαίον, το τέμενος και την στοά κατέβηκαν για μπάνιο στην παραλία συναντώντας αρκετά κατσίκια που είναι κάτι σαν το ιερό ζώο στην Σαμοθράκη τα οποία όμως θυσιάζονται συνεχώς για χάρη της γαστρονομικής τέρψης των επισκεπτών αλλά και των ντόπιων. Έπειτα γύρισαν στο ξενοδοχείο όπου απήλαυσαν ένα δροσερό μπάνιο στην πισίνα του πίνοντας και ένα δροσιστικό φρέντο. Στην συνέχεια άλλαξαν, πλήρωσαν και πήραν το ταξί προς το λιμάνι της Καμαριώτισσας με τον ταξιτζή να τους λέει ιστορίες από όταν συμμετείχε σε ανασκαφές και είχαν βρει σκελετό εφήβου σκοτωμένου από δόρυ ή τόξο που τον είχε χτυπήσει στο μέτωπο. Γρήγορα έφτασαν στον προορισμό τους όπου και αποβιβάστηκαν. Έβγαλαν φωτογραφίες στο άγαλμα της Νίκης που είχε στηθεί εκεί προς τιμή της Ολυμπιακής φλόγας που είχε περάσει από εκεί κατευθυνόμενο στο Σίδνευ για τους Ολυμπιακούς του 2000, αγόρασαν αναμνηστικά αγαλματίδια και κάδρα καθώς και γλυκά ταψιού και επιβιβάστηκαν στον Κάβειρο που θα τους μετέφερε στην Αλεξανδρούπολη. Ευτυχώς σε αντίθεση με έξω , το air- condition στο φουλ δημιουργούσε μία πολύ δροσερή ατμόσφαιρα. Όταν όμως βγήκαν στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης δέχτηκαν ένα θερμό ρεύμα αέρα κάτι το αναμενόμενο όμως αφού ήταν μία πολύ ζεστή μέρα με το θερμόμετρο να ξεπερνά τους 40ο βαθμούς Κελσίου. Αφού έφαγαν κάτι πρόχειρο πήραν ταξί για το αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης και επιβιβάστηκαν στην απογευματινή πτήση προς Αθήνα.

ΕΠΟΜΕΝΟ Ο ΓΑΜΟΣ