Σαν παραμύθι

Ο ΓΑΜΟΣ
Ο γάμος έγινε όπως τον είχαν ονειρευτεί και σχεδιάσει , στις 15 Αυγούστου , στο γραφικό ξωκλήσι του Τίμιου Σταυρού στην Σίφνο. Ένα λευκό ξωκλήσι με μπλε τρούλο και άσπρο σταυρό, με ένα πανέμορφο λευκό καμπαναριό με τρεις αψίδες και τρεις καμπάνες, μία πάνω και δύο κάτω, με μωβ και κόκκινους μενεξέδες να χρωματίζουν τους τοίχους του. Κάτω ακριβώς βρίσκεται η ομώνυμη παραλία με την ξανθή αμμουδιά και τα γαλαζοπράσινα νερά. Η ώρα ήταν 20.00. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει. Ο ουρανός στολιζόταν με κιτρινοπορτοκαλί χρώματα που καθρεπτίζονταν στα νερά της γαλήνιας θάλασσας. Ένα καλοκαιρινό δροσερό θαλασσινό αεράκι δρόσιζε τους παρευρισκόμενους κάνοντας την εικόνα ακόμα πιο μαγική και παραμυθένια. Ο Κώστας φορούσε την στολή του γάμου. Μπλε παντελόνι, λευκό σακάκι με μπλε παπιγιόν και επώμια στα οποία τα άστρα του υπολοχαγού ήταν ραμμένα με χρυσή κλωστή. Έλαμπε από χαρά και μέσα στην στολή του φαινόταν σαν πρίγκιπας. Κρατούσε το μπουκέτο των λευκών και ροζ τριαντάφυλλων και περίμενε την νεράιδα των παραμυθιών του, την Εύα. Τηρώντας την εθιμοτυπική καθυστέρηση μετά από λίγο ήρθε και η Εύα πάνω σε μία άσπρη άμαξα στολισμένη με κόκκινα τριαντάφυλλα και πορτοκαλί άγρια ορχιδέα που την έσερνε ένα πανέμορφο ολόλευκο άλογο. Ήταν πιο όμορφη από ποτέ. Ένα πανέμορφο προσωπάκι, ένα φωτεινό χαμόγελο, δύο λαμπερά καστανοπράσινα μάτια και ένα θαυμάσιο δαντελωτό νυφικό συνέθεταν μία μαγική εικόνα. Οι παρευρισκόμενοι θαύμαζαν τα δύο παιδιά που έλαμπαν από ομορφιά και χαρά και ένιωθαν σαν να είχαν έρθει σ’ ένα βασιλικό γάμο. Η Εύα κατέβηκε με την βοήθεια του πατέρα της του κ. Λάμπρου από την άμαξα και περπάτησε προς τον Κώστα . Ήταν πολύ ευτυχισμένος καθώς την έβλεπε να πλησιάζει προς αυτόν. Την είχε ονειρευτεί πολλές φορές αυτή την στιγμή και τώρα την ζούσε και στην πραγματικότητα , βλέποντας τα όνειρα και τις προσευχές του να πραγματοποιούνται. Eίχε κλάψει πολύ όταν δεν ήταν μαζί και του φαινόταν σαν άπιαστο όνειρο αυτή η στιγμή αλλά με την βοήθεια του Θεού πραγματοποιούταν… Της έδωσε το μπουκέτο με τα τριαντάφυλλα και της είπε ‘’ Είσαι πανέμορφη μες το νυφικό. Σ’ αγαπώ πολύ γλυκιά πριγκίπισσά μου. Είμαι ο πιο ευτυχισμένος άντρας στον κόσμο. Από την μέρα που σε γνώρισα ονειρευόμουν αυτή την στιγμή. Ευχαριστώ πολύ τον Θεό που πραγματοποίησε το όνειρό μου και σε λίγο θα είσαι γυναίκα μου και με την Ευλογία της εκκλησίας..’’ και την φίλησε στο στόμα ενώ κοιτάζονταν όπως πάντα μες τα μάτια. Ήταν η δική τους μέρα. Η δική τους γιορτή. Ο γάμος έγινε έξω απ’ το μικρό ξωκλήσι υπό την σκεπή ενός γαλάζιου, κίτρινου, ροζ, πορτοκαλί, μωβ ουρανού, χρώματα που γίνονταν όλο και πιο έντονα καθώς έδυε ο ήλιος. Αριστερά και δεξιά του ζευγαριού κάθονταν οι συμμαθητές και φίλοι του γαμπρού φορώντας τις πρασινοχακί στολές τους και κρατώντας τα ξίφη τους. Πίσω τους οι γονείς τους αλλά και οι γιαγιάδες τους λάμποντας και αυτοί από χαρά στην γιορτή των παιδιών τους. Βούρκωσαν και τα δύο παιδιά από συγκίνηση όταν ο ιερέας έβαζε τα στέφανα στο κεφάλι τους ψάλλοντας ‘’Στέφεται ο δούλος του Θεού Κωνσταντίνος την δούλη του Θεού Ευανθία εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος’’. Είχε περάσει πολλά η σχέση τους αλλά είχε την όμορφη , ρομαντική κατάληξη ενός παραμυθιού.. Όταν τελείωσε ο γάμος, τα παιδιά χαιρέτησαν τον κόσμο δεχόμενοι τις ευχές τους για βίο ανθόσπαρτο και καλούς απογόνους, έβγαλαν τις αναμνηστικές φωτογραφίες και πέρασαν κάτω από τα ξίφη των συναδέλφων του που υψωμένα στον αέρα και σε ζευγάρια δημιουργούσαν αψίδα, σκηνικό που θύμιζε το τέλος της ταινίας ‘’ Η Αλίκη στο Ναυτικό’’. Στη συνέχεια ανέβηκαν στην άμαξα- ενώ οι οργανοπαίχτες έπαιζαν με βιολί και κλαρίνο το ‘’Σήμερα γάμος γίνεται σ’ ωραίο περιβόλι, σήμερα αποχωρίζεται η μάνα από την κόρη...’’ -για να κατευθυνθούν προς το ξενοδοχείο και έπειτα προς την γραφική παραλιακή ταβέρνα που θα γινόταν το γλέντι και όπου θα τους περίμεναν πάλι οι οργανοπαίχτες με το ‘’Ικαριώτικο’’ του Γιάννη Πάριου.

…Δυο χρόνια και κάτι μετέπειτα περπατούσαν στον πεζόδρομο του Λουτρακίου δίπλα στην θάλασσα έχοντας ανάμεσα τους και κρατώντας από τα χεράκια την κόρη τους Μαρία μία πανέμορφη , γλυκιά , ξανθιά , τρισχαριτωμένη μπέμπα με δύο κοτσιδάκια αριστερά και δεξιά πιασμένα με ροζ κορδέλες και μελί ματάκια..
Λίγο αργότερα κάθονταν στα ‘’Κύματα’’ την καφετέρια πάνω στην παραλία , με το τζάκι στην μέση και την γυάλινη τζαμαρία που έβλεπε στην θάλασσα και στα καράβια που με τον πιλότο τους πήγαιναν να διασχίσουν τον Ισθμό της Κορίνθου. Ο Κώστας κρατούσε στην αγκαλιά του και έπαιζε ως κλασσικός χαζομπαμπάς με την κόρη τους Μαρία ενώ η Εύα τους χάζευε , τους θαύμαζε και τους καμάρωνε..
Ήταν μία πανέμορφη οικογένεια. Ωραίοι όλοι τους , ευτυχισμένοι και αγαπημένοι …

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ - ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ

ΤΕΛΟΣ