Σαν παραμύθι

ΞΥΛΟΚΑΣΤΡΟ
Η μέρα ήταν βροχερή. Έβρεχε πολύ απ’ το ξημέρωμα. Ωστόσο στις 15:00 θα συναντιούνταν στην είσοδο του Ξυλόκαστρου για να πάνε στα Τρίκαλα Κορινθίας. Ο Κώστας οδηγούσε δεξιά λίγο πιο κάτω από το όριο που επιτρεπόταν ώστε οι βιαστικοί που αψηφούσαν την ολισθηρότητα του δρόμου να μπορούν να τον προσπερνούν ανενόχλητοι. Δύο – τρεις φορές οι δεξιές ρόδες έπεσαν σε λακκούβες με νερό κάνοντας βαρύ το τιμόνι και τον οδηγό να νομίζει ότι θα βγει έξω από τον δρόμο ωστόσο χάρη πάντα στην βοήθεια του Θεού αυτό δεν έγινε. Σταμάτησε στα πρώτα ΣΕΑ μετά τα διόδια της Κορίνθου. Της έστειλε μήνυμα να συναντηθούν εκεί και στην συνέχεια να συνέχιζαν μαζί για Ξυλόκαστρο. Πήρε ένα καπουτσίνο και κάθισε με θέα προς τα έξω βλέποντας την βροχή και παρατηρώντας τον κόσμο που καθόταν να ξεκουραστεί από το ταξίδι υπό τις κακές καιρικές συνθήκες. Μετά από λίγο ήρθε και η Εύα. Δεν μπήκε μέσα. Τον περίμενε έξω στο αμάξι της. Βγήκε, μπήκε στο αμάξι του και στάθμευσε δίπλα της, ‘’Δεν θα ξεκινήσουμε;’’ Τον ρώτησε. ‘’Όχι, πρώτα θα σου δώσω ένα φιλί και ένα δώρο’’ της απάντησε. Της είχε αγοράσει ένα λούτρινο αρκουδάκι και η μητέρα του μία διακοσμητική κρυστάλλινη κανάτα.
Την αγαπούσε πολύ. Ήθελε να της κάνει συνέχεια δώρα. Kάθε φορά που στεκόταν μπροστά σε μία βιτρίνα σκεφτόταν εκείνη και τι δώρο μπορούσε να της πάρει.Ήθελε να της δείχνει πόσο πολύτιμη είναι για εκείνον. Πόσο την αγαπάει. Πόσο την θαυμάζει. Πόσο του αρέσει. Πόσο την λατρεύει. Τον ευχαριστούσε πολύ αυτό. Τον έκανε πολύ χαρούμενο. Άνοιξε τις πολύχρωμες χάρτινες σακούλες δώρων με τους φιόγκους και τα άλλα διακοσμητικά και είδε τα δώρα που της είχε κάνει. Της άρεσαν πολύ. Τον ευχαρίστησε με μία ζεστή αγκαλιά και ένα τρυφερό φιλί στο στόμα. Έπειτα ξεκίνησαν για Ξυλόκαστρο. Έστριψαν δεξιά και στην συνέχεια πήραν την ανηφόρα και τις στροφές για τα Άνω Τρίκαλα. Όσο πιο ψηλά ανέβαιναν τόσο περισσότερο έπεφτε η θερμοκρασία και τόσο λιγότερους σταθμούς έπιανε το ραδιόφωνο. Γκριζομπλέ σύννεφα κάλυπταν τον ουρανό ενώ από μακριά φαινόταν το γραφικό χωριό σκαρφαλωμένο πάνω στο βουνό με τις καμινάδες των σπιτιών να καπνίζουν από τα αναμμένα τζάκια. Έφτασαν πάνω. Το χωριό ήταν χιονισμένο, οι δρόμοι όμως ανοιχτοί. Πάρκαραν στο πάρκινγκ του χωριού και πιασμένοι χέρι χέρι κατηφόρισαν να βρουν δωμάτιο. Δυστυχώς όμως δεν υπήρχε πουθενά ελεύθερο. Έπρεπε να είχαν κάνει κράτηση. Στεναχωρημένοι κατέβηκαν με το αμάξι το Ξυλόκαστρο, αφού το δικό της είχε μείνει σχεδόν από βενζίνη, για να διανυκτερεύσουν εκεί. Σε όλη την διαδρομή είχε γυρίσει προς το πλευρό του , τον κοιτούσε και του χάιδευε τα μαλλιά. Έφτασαν στο Ξυλόκαστρο και αφού έκαναν μία στάση να τσιμπήσουν κάτι πρόχειρα πήγαν στο ξενοδοχείο. Ευτυχώς αν και μοναδικό κατά τη χειμερινή περίοδο δεν είχε πρόβλημα δωματίων. Μπήκαν. Τακτοποίησαν τα πράγματα και έκαναν μπάνιο για να χαλαρώσουν και να ξεκουραστούν. Ξάπλωσαν και αμέσως άρχισαν να φιλιούνται. Τρυφερά στην αρχή πιο παθιασμένα έπειτα. Σύντομα τα φιλιά συνοδεύτηκαν με χάδια και αγγίγματα και έτσι γρήγορα βρέθηκαν να κάνουν έρωτα. Ένα σώμα, μία ψυχή σε μία γιορτή τέρψης κορμιών και ψυχών. Το πρωί φεύγοντας πέρασαν από ένα βενζινάδικο όπου γέμισαν ένα μπετόνι με βενζίνη και αγόρασαν και ένα χωνί και στην συνέχεια ανέβηκαν στα Τρίκαλα όπου γέμισαν το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου της. Ύστερα ήπιαν καφέ στο καφέ Εδέμ με φόντο το χιονισμένο βουνό και το γραφικό χωριό και έπειτα κατέβηκαν στο Ξυλόκαστρο για να φάνε στην παραλία, δίπλα στην θάλασσα. Παρήγγειλαν μπριζόλα, πανσέτα, χωριάτικη, σαγανάκι, γεμιστές πιπεριές με τυρί και ημίγλυκο κρασί-πεντανόστιμα όλα- και έφαγαν ενώ είχαν καθίσει αντικριστά και κοιτάζονταν στα μάτια. Ήταν Κυριακή μεσημέρι και όλες οι ταβέρνες ήταν γεμάτες αφού οικογένειες αλλά και παρέες είχαν βγει έξω. Όταν τελείωσαν έκαναν βόλτα στην παραλία για να χωνέψουν. Την κρατούσε πότε από τον ώμο, πότε από το χέρι, πότε από την μέση αλλά πάντοτε πολύ τρυφερά αφού θα έκαναν μία βδομάδα να συναντηθούν πάλι. Εν συνεχεία αφού αποχαιρετίστηκαν με μία αγκαλιά και ένα φιλί μπήκαν στ’ αυτοκίνητα τους και ξεκίνησαν για τα σπίτια τους. Στην έξοδο της πόλης έκαναν μία στάση σ’ ένα περίπτερο για να πάρει εκείνη ένα χυμό. Τότε της έστειλε μήνυμα στο κινητό: ‘’Σ’ αγαπώ πολύ, θα μου λείψεις πολύ μωρό μου’’. Όταν μπήκε στο αμάξι της είδε το μήνυμα και του απάντησε αμέσως ‘’ Και εμένα θα μου λείψεις πολύ κούκλε μου‘’.
Σε όλη την εθνική την ακολουθούσε μέχρι τη στιγμή που εκείνη πήρε τον δρόμο για Άργος μέσω της νέας εθνικής για Σπάρτη όπου όπως πάντα σε κάθε αποχαιρετισμό τους κοιτάζονταν στα μάτια. Στο μοναχικό ταξίδι για τα σπίτια τους σκέφτονταν τις ωραίες στιγμές τους. Την πρώτη φορά που έκαναν έρωτα, την αναζήτηση δωματίου , τα Τρίκαλα με το βουνό, το χιόνι και το κρύο και το Ξυλόκαστρο με τον ήλιο και την θάλασσα.
Με παρόμοιες διήμερες εκδρομές σε μέρη όπως τα Καλάβρυτα , η Βιτύνα , η Μονεμβασιά , η Μάνη , τα Γιάννενα και το Πήλιο όπου έμεναν σε παραδοσιακούς πετρόχτιστους ξενώνες με κεραμίδια , τζάκι , ξύλινα πατώματα , τα δωμάτια των οποίων ήταν διακοσμημένα με χειροποίητα χαλιά και καλύμματα , κεριά , αποξηραμένα αρωματικά λουλούδια και φυσικά παραδοσιακά αρχοντικά έπιπλα από ξύλο και σίδερο πέρασε και ο χειμώνας και φτάσαμε στα τέλη Μαρτίου.

ΕΠΟΜΕΝΟ Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ